εμποδίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμποδίζω < αρχαία ελληνική ἐμποδίζω < ἐν + πούς

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /εm.bɔ.ˈði.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εμποδίζω (παθητική φωνή: εμποδίζομαι)

  1. θέτω εμπόδια
  2. γίνομαι εμπόδιο

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]