εμπραγμάτως
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εμπραγμάτως < εμπράγματ(ος) + -ως
Επίρρημα
[επεξεργασία]εμπραγμάτως
- με εμπράγματο τρόπο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εμπραγμάτως
|
|