εμπρησμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εμπρησμός εμπρησμοί
γενική εμπρησμού εμπρησμών
αιτιατική εμπρησμό εμπρησμούς
κλητική εμπρησμέ εμπρησμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εμπρησμός < ελληνιστική κοινή ἐμπρησμός < ἐμπίμπρημι < πίμπρημι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

εμπρησμός αρσενικό

  • η σκόπιμη πρόκληση πυρκαγιάς
    Τη σύλληψη ενός 60χρονου Έλληνα, κατηγορούμενου για απόπειρα εμπρησμού, στον παράδρομο της νέας εθνικής οδού Αθηνών-Λαμίας, στην περιοχή της Βαρυμπόμπης, ανακοίνωσε χθες το βράδυ η ΕΛ.ΑΣ. (*)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]