εμπρηστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εμπρηστικός εμπρηστική εμπρηστικό
γενική εμπρηστικού εμπρηστικής εμπρηστικού
αιτιατική εμπρηστικό εμπρηστική εμπρηστικό
κλητική εμπρηστικέ εμπρηστική εμπρηστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εμπρηστικοί εμπρηστικές εμπρηστικά
γενική εμπρηστικών εμπρηστικών εμπρηστικών
αιτιατική εμπρηστικούς εμπρηστικές εμπρηστικά
κλητική εμπρηστικοί εμπρηστικές εμπρηστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμπρηστικός < εμπρηστής + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εμπρηστικός, -ἠ, -ό

  1. που αποσκοπεί στο να προκαλέσει πυρκαγιά
    εμπρηστικός μηχανισμός
  2. που επιδεινώνει και οξύνει μια εκρηκτική κατάσταση
    εμπρηστικές δηλώσεις

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]