Μετάβαση στο περιεχόμενο

εμπροθέσμως

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἐμπροθέσμως

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εμπροθέσμως < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐμπροθέσμως < ἐμπρόθεσμος. Συγχρονικά αναλύεται σε εμπρόθεσμ(ος) + -ως.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /em.bɾoˈθe.zmos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: εμπροθέσμως
παλιότερος συλλαβισμός: εμπροθέσμως
τονικό παρώνυμο: εμπρόθεσμος

Επίρρημα

[επεξεργασία]

εμπροθέσμως

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]