εμπύρετος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμπύρετος < μεταγενέστερη ελληνική εν- + πυρετός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εμπύρετος, -η, -ο, (καθαρεύουσα) -ος, -ον

  1. (ιατρική): αυτός που έχει πυρετό
    και σήμερα ο ασθενής συνεχίζει να είναι εμπύρετος
  2. αυτός που συνοδεύεται με πυρετό
    εμπύρετη νόσος, εμπύρετο νόσημα

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]