εμφιαλώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμφιαλώνω < εμ- + φιάλη + -ώνω < αρχαία ελληνική φιάλη (< προελληνική[1])

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /εm.fi.a.ˈlɔ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εμφιαλώνω (παθητικό: εμφιαλώνομαι, παθητική μετοχή: εμφιαλωμένος)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. Beekes, Robert (2010). Etymological Dictionary of Greek. Leiden: Brill.