εμφυσώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πρότυπο:δειλτε

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμφυσώ < αρχαία ελληνική ἐμφυσάω / ἐμφυσῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εμφυσώ

  1. φυσώ αέρα μέσα σε κάτι ή κάποιον
  2. (ιατρική) φουσκώνω (όργανο του σώματος) με αέρα
  3. (μεταφορικά) εμπνέω, δημιουργώ ορισμένο συναίσθημα, μεταδίδω αρχές, ιδέες κλπ. και προκαλώ την υιοθέτησή τους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]