εμφύτευμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εμφύτευμα < εμφυτεύω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]εμφύτευμα ουδέτερο
- (ιατρική) τεχνητό ή φυσικό υλικό το οποίο προορίζεται ή έχει ήδη τοποθετηθεί σε ένζωο οργανισμό, με χειρουργική επέμβαση
- ※ Συγκριτική μελέτη της σύνδεσης αυτογενούς οστικού μοσχεύματος με διαφορετικής επεξεργασίας εμφυτεύματα. Ιστολογική μελέτη (Αλέξανδρος Βέης, Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών, ΑΠΘ, 2002 )
Σημειώσεις
[επεξεργασία]- η έννοια είναι διαφορετική από το ελληνιστικό ἐμφύτευμα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εμφύτευμα
|
|