ενάγων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἐνάγων

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ενάγων ενάγουσα ενάγον
γενική ενάγοντος ενάγουσας
(εναγούσης)
ενάγοντος
αιτιατική ενάγοντα ενάγουσα ενάγον
κλητική ενάγων ενάγουσα ενάγον
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ενάγοντες ενάγουσες ενάγοντα
γενική εναγόντων εναγουσών εναγόντων
αιτιατική ενάγοντες ενάγουσες ενάγοντα
κλητική ενάγοντες ενάγουσες ενάγοντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενάγων < ελληνιστική κοινή ἐνάγων < μετοχή του ρήματος ἐνάγω < ἐν- + ἄγω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛˈna.ɣɔn/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ενάγων, ενάγουσα, ενάγον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενάγων αρσενικό (θηλυκό: η ενάγουσα)

  • (νομικός όρος): αυτός που οδηγεί κάποιον στο δικαστήριο, που καταθέτει αγωγή, μήνυση, που κατηγορεί κάποιον άλλον επίσημα
    Ο ενάγων τελικά απέσυρε τη μήνυση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]