ενήλικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἐνήλικος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ενήλικος ενήλικη ενήλικο
γενική ενήλικου ενήλικης ενήλικου
αιτιατική ενήλικο ενήλικη ενήλικο
κλητική ενήλικε ενήλικη ενήλικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ενήλικοι ενήλικες ενήλικα
γενική ενήλικων ενήλικων ενήλικων
αιτιατική ενήλικους ενήλικες ενήλικα
κλητική ενήλικοι ενήλικες ενήλικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενήλικος < ελληνιστική κοινή ἐνήλικος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενήλικος -η -ο

  1. που έχει φτάσει στην ενηλικίωση, δηλαδή είναι πάνω από 18 χρόνων
    οι ενήλικοι μαθητές μπορούν να δικαιολογούν οι ίδιοι τις απουσίες τους

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενήλικος αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο άνθρωπος που έχει συμπληρώσει τα 18 του χρόνια
    πολλά από τα προβλήματα των σύγχρονων νέων πηγάζουν από τον κόσμο των ενηλίκων

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]