εναγκαλίζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἐναγκαλίζομαι

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εναγκαλίζομαι < ελληνιστική κοινή ἐναγκαλίζομαι < ἐν + ἀγκαλίζομαι < αρχαία ελληνική ἀγκάλη

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.naŋ.ɟa.ˈli.zɔ.mε/

Ρήμα[επεξεργασία]

εναγκαλίζομαι (αποθετικό)

  1. (λόγιο) αγκαλιάζω
    Έτσι η υπόθεση τελειώνει κατ' ευχήν και οι δυο εχθροί εναγκαλίζονται αλλήλους. (Δημήτρης Ψαθάς, Η Θέμις έχει κέφια)
  2. (λόγιο) (μεταφορικά) αγαπώ, φέρομαι με στοργή
  3. (λόγιο) (μεταφορικά) ενστερνίζομαι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]