εναγόμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εναγόμενος εναγόμενη εναγόμενο
γενική εναγόμενου εναγόμενης εναγόμενου
αιτιατική εναγόμενο εναγόμενη εναγόμενο
κλητική εναγόμενε εναγόμενη εναγόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εναγόμενοι εναγόμενες εναγόμενα
γενική εναγόμενων εναγόμενων εναγόμενων
αιτιατική εναγόμενους εναγόμενες εναγόμενα
κλητική εναγόμενοι εναγόμενες εναγόμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εναγόμενος < μετοχή του ρήματος ενάγομαι, της παθητικής φωνής του ρήματος ενάγω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εναγόμενος

  1. (νομικός όρος): το άτομο εναντίον του οποίου κατατίθεται αγωγή -συνήθως για αστικά ζητήματα, οικονομικές διαφορές. Θηλυκό της μετοχής ενεστώτα, η εναγόμενη.
    Αποδείχθηκε τελικά ότι ο εναγόμενος δεν όφειλε χρήματα στον ενάγοντα και ότι άδικα είχε ταλαιπωρηθεί τόσους μήνες με αγωγές και μηνύσεις.

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]