Μετάβαση στο περιεχόμενο

εναλλάξιμος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εναλλάξιμος η εναλλάξιμη το εναλλάξιμο
      γενική του εναλλάξιμου της εναλλάξιμης του εναλλάξιμου
    αιτιατική τον εναλλάξιμο την εναλλάξιμη το εναλλάξιμο
     κλητική εναλλάξιμε εναλλάξιμη εναλλάξιμο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εναλλάξιμοι οι εναλλάξιμες τα εναλλάξιμα
      γενική των εναλλάξιμων των εναλλάξιμων των εναλλάξιμων
    αιτιατική τους εναλλάξιμους τις εναλλάξιμες τα εναλλάξιμα
     κλητική εναλλάξιμοι εναλλάξιμες εναλλάξιμα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εναλλάξιμος < εναλλάσσω + -ιμος (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική interchangeable)

Επίθετο

[επεξεργασία]

εναλλάξιμος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • εναλλάξιμος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)