εναντίον
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εναντίον < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐναντίον[1] (ενώπιον), επιρρηματικός τύπος < επίθετο ἐνάντιος (ενάντιος)[2]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.nanˈdi.on/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ε‐να‐ντί‐ον
Επίρρημα
[επεξεργασία]εναντίον
- (σε θέση πρόθεσης + γενική) κατά κάποιου, προς τον/το οποίο κατευθύνεται επιθετική πράξη
πολεμάνε εναντίον ...- ※ έψαξε πάλι γύρω, δεν μπορεί κάτι θα υπήρχε να χτυπήσει το πεισματάρικο άτι. Η Ιππολύτη, λες και κατάλαβε πως ο αγριάνθρωπος χαλάρωσε την προσοχή του, σηκώθηκε απότομα στα δυο της πόδια χλιμιντρίζοντας μανιασμένη. Της τράβηξε εκείνος τα χάμουρα όσο πιο δυνατά του επέτρεπαν ο φόβος και το μεθύσι, πού θα πήγαινε, θα το τιθάσευε το αγρίμι, αλλά το άλογο όρθωσε ξανά το ανάστημά του και όρμησε εναντίον του. (Μαίρη Κόντζογλου, Μια προσευχή για τα Παλιά Ασήμια, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
- (+γενική ή απολύτως) συνώνυμο του ενάντια
Είναι πνεύμα αντιλογίας. Είναι συνεχώς εναντίον.
- (παρωχημένο) απέναντι, αντίκρυ
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ εναντίον - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επιρρήματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)