Μετάβαση στο περιεχόμενο

εναποθέτω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εναποθέτω < ελληνιστική κοινή ἐναποτίθημι < αρχαία ελληνική ἐν + ἀποτίθημι < ἀπό + τίθημι. Μορφολογικά αναλύεται σε εν- + αποθέτω

εναποθέτω (παθητική φωνή: εναποτίθεμαι)

  1. θέτω κάτι κάπου σωρευτικά, συγκεντρώνω
      Ο May αναπτύσσει τις ηθικές και πρακτικές συνιστώσες της σκέψης του Γάλλου φιλοσόφου, και υπογραμμίζει την κρισιμότητα της προβληματοθεσίας που η «οντολογία της δημιουργίας», όπως χαρακτηρίζει την ντελεζιανή φιλοσοφία, εναποθέτει στο εννοιολογικό μας οπλοστάσιο σήμερα.
    Κύνθια Πλαγιανού, Η «οντολογία της δημιουργίας», Εφημερίδα των Συντακτών, 21 Μαΐου 2021
  2. αναθέτω, δίνω, αφήνω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]