εναποθέτω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εναποθέτω < ελληνιστική κοινή ἐναποτίθημι < αρχαία ελληνική ἐν + ἀποτίθημι < ἀπό + τίθημι. Μορφολογικά αναλύεται σε εν- + αποθέτω
Ρήμα
[επεξεργασία]εναποθέτω (παθητική φωνή: εναποτίθεμαι)
- θέτω κάτι κάπου σωρευτικά, συγκεντρώνω
- ※ Ο May αναπτύσσει τις ηθικές και πρακτικές συνιστώσες της σκέψης του Γάλλου φιλοσόφου, και υπογραμμίζει την κρισιμότητα της προβληματοθεσίας που η «οντολογία της δημιουργίας», όπως χαρακτηρίζει την ντελεζιανή φιλοσοφία, εναποθέτει στο εννοιολογικό μας οπλοστάσιο σήμερα.
- Κύνθια Πλαγιανού, Η «οντολογία της δημιουργίας», Εφημερίδα των Συντακτών, 21 Μαΐου 2021
- ※ Ο May αναπτύσσει τις ηθικές και πρακτικές συνιστώσες της σκέψης του Γάλλου φιλοσόφου, και υπογραμμίζει την κρισιμότητα της προβληματοθεσίας που η «οντολογία της δημιουργίας», όπως χαρακτηρίζει την ντελεζιανή φιλοσοφία, εναποθέτει στο εννοιολογικό μας οπλοστάσιο σήμερα.
- αναθέτω, δίνω, αφήνω
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | εναποθέτω | εναπέθετα | θα εναποθέτω | να εναποθέτω | εναποθέτοντας | |
| β' ενικ. | εναποθέτεις | εναπέθετες | θα εναποθέτεις | να εναποθέτεις | εναπόθετε | |
| γ' ενικ. | εναποθέτει | εναπέθετε | θα εναποθέτει | να εναποθέτει | ||
| α' πληθ. | εναποθέτουμε | εναποθέταμε | θα εναποθέτουμε | να εναποθέτουμε | ||
| β' πληθ. | εναποθέτετε | εναποθέτατε | θα εναποθέτετε | να εναποθέτετε | εναποθέτετε | |
| γ' πληθ. | εναποθέτουν(ε) | εναπέθεταν εναποθέταν(ε) |
θα εναποθέτουν(ε) | να εναποθέτουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | εναπέθεσα | θα εναποθέσω | να εναποθέσω | εναποθέσει | ||
| β' ενικ. | εναπέθεσες | θα εναποθέσεις | να εναποθέσεις | εναπόθεσε | ||
| γ' ενικ. | εναπέθεσε | θα εναποθέσει | να εναποθέσει | |||
| α' πληθ. | εναποθέσαμε | θα εναποθέσουμε | να εναποθέσουμε | |||
| β' πληθ. | εναποθέσατε | θα εναποθέσετε | να εναποθέσετε | εναποθέστε | ||
| γ' πληθ. | εναπέθεσαν εναποθέσαν(ε) |
θα εναποθέσουν(ε) | να εναποθέσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω εναποθέσει | είχα εναποθέσει | θα έχω εναποθέσει | να έχω εναποθέσει | ||
| β' ενικ. | έχεις εναποθέσει | είχες εναποθέσει | θα έχεις εναποθέσει | να έχεις εναποθέσει | ||
| γ' ενικ. | έχει εναποθέσει | είχε εναποθέσει | θα έχει εναποθέσει | να έχει εναποθέσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε εναποθέσει | είχαμε εναποθέσει | θα έχουμε εναποθέσει | να έχουμε εναποθέσει | ||
| β' πληθ. | έχετε εναποθέσει | είχατε εναποθέσει | θα έχετε εναποθέσει | να έχετε εναποθέσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν εναποθέσει | είχαν εναποθέσει | θα έχουν εναποθέσει | να έχουν εναποθέσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα εν- (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)