ενασκούμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ενασκούμενος ενασκούμενη ενασκούμενο
γενική ενασκούμενου ενασκούμενης ενασκούμενου
αιτιατική ενασκούμενο ενασκούμενη ενασκούμενο
κλητική ενασκούμενε ενασκούμενη ενασκούμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ενασκούμενοι ενασκούμενες ενασκούμενα
γενική ενασκούμενων ενασκούμενων ενασκούμενων
αιτιατική ενασκούμενους ενασκούμενες ενασκούμενα
κλητική ενασκούμενοι ενασκούμενες ενασκούμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενασκούμενος: μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ενασκώ < ελληνιστική κοινή ἐνασκέω < ἐν + αρχαία ελληνική ἀσκέω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.na.ˈsku.mε.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ενασκούμενος, ενασκούμενη / ενασκουμένη, ενασκούμενο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]