Μετάβαση στο περιεχόμενο

ενδεχόμενος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ενδεχόμενος η ενδεχόμενη το ενδεχόμενο
      γενική του ενδεχόμενου της ενδεχόμενης του ενδεχόμενου
    αιτιατική τον ενδεχόμενο την ενδεχόμενη το ενδεχόμενο
     κλητική ενδεχόμενε ενδεχόμενη ενδεχόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ενδεχόμενοι οι ενδεχόμενες τα ενδεχόμενα
      γενική των ενδεχόμενων των ενδεχόμενων των ενδεχόμενων
    αιτιατική τους ενδεχόμενους τις ενδεχόμενες τα ενδεχόμενα
     κλητική ενδεχόμενοι ενδεχόμενες ενδεχόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ενδεχόμενος < αρχαία ελληνική ἐνδεχόμενος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ἐνδέχομαι

Μετοχή

[επεξεργασία]

ενδεχόμενος

  1. που ενδέχεται να συμβεί
      Όχι μονάχα είναι οι πιο δημοφιλείς ονειροκρίτες, αλλά και οι πιο εχέγγυοι για την πραγμάτωση του ονείρου. Οι διαφημίσεις το μαρτυρούν. Ποιός θ' αγόραζε ποτέ ένα αντιηλιακό λάδι αν στη θέση της εξωτικής Χαβανέζας είχε τον χημικό του τύπο και τις ενδεχόμενες καρκινογόνες ουσίες του χρωστικού; (Περικλής Κοροβέσης, Εμπορία ειδήσεων, εκδ. Γνώση, 1990, σελ. 162)
     συνώνυμα: πιθανός
  2. (ουσιαστικοποιημένο) ενδεχόμενο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]