ενδημία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ενδημία οι ενδημίες
      γενική της ενδημίας των ενδημιών
    αιτιατική την ενδημία τις ενδημίες
     κλητική ενδημία ενδημίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενδημία < αρχαία ελληνική ἐνδημία < ἐνδημῶ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενδημία θηλυκό

  • διαμονή σε κάποιο τόπο
  • (ιατρική), (φαρμακευτική): ασθένεια (συνηθέστερα λοιμώδης νόσος) που παρουσιάζεται μόνιμα ή συχνά σ'έναν τόπο

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]