ενδιάμεσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ενδιάμεσος ενδιάμεση ενδιάμεσο
γενική ενδιάμεσου ενδιάμεσης ενδιάμεσου
αιτιατική ενδιάμεσο ενδιάμεση ενδιάμεσο
κλητική ενδιάμεσε ενδιάμεση ενδιάμεσο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ενδιάμεσοι ενδιάμεσες ενδιάμεσα
γενική ενδιάμεσων ενδιάμεσων ενδιάμεσων
αιτιατική ενδιάμεσους ενδιάμεσες ενδιάμεσα
κλητική ενδιάμεσοι ενδιάμεσες ενδιάμεσα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενδιάμεσος < εν- + διάμεσος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική intermédiaire)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενδιάμεσος

  1. που βρίσκεται κάπου ανάμεσα ή, ειδικότερα, στο μέσο δύο τοπικών ή χρονικών σημείων αναφοράς
  2. (μεταφορικά) (κυρίως για διακριτές αφηρημένες έννοιες) που έχει χαρακτηριστικά ή ιδιότητες τέτοιες, ώστε είτε να μπορεί να καταταγεί σε δύο διαφορετικές κατηγορίες

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]