ενδοαστρικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ενδοαστρικός ενδοαστρική ενδοαστρικό
γενική ενδοαστρικού ενδοαστρικής ενδοαστρικού
αιτιατική ενδοαστρικό ενδοαστρική ενδοαστρικό
κλητική ενδοαστρικέ ενδοαστρική ενδοαστρικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ενδοαστρικοί ενδοαστρικές ενδοαστρικά
γενική ενδοαστρικών ενδοαστρικών ενδοαστρικών
αιτιατική ενδοαστρικούς ενδοαστρικές ενδοαστρικά
κλητική ενδοαστρικοί ενδοαστρικές ενδοαστρικά

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενδοαστρικός (en) αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο
(φυσική), (αστροφυσική)