ενδοκυβερνητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ενδοκυβερνητικός ενδοκυβερνητική ενδοκυβερνητικό
γενική ενδοκυβερνητικού ενδοκυβερνητικής ενδοκυβερνητικού
αιτιατική ενδοκυβερνητικό ενδοκυβερνητική ενδοκυβερνητικό
κλητική ενδοκυβερνητικέ ενδοκυβερνητική ενδοκυβερνητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ενδοκυβερνητικοί ενδοκυβερνητικές ενδοκυβερνητικά
γενική ενδοκυβερνητικών ενδοκυβερνητικών ενδοκυβερνητικών
αιτιατική ενδοκυβερνητικούς ενδοκυβερνητικές ενδοκυβερνητικά
κλητική ενδοκυβερνητικοί ενδοκυβερνητικές ενδοκυβερνητικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενδοκυβερνητικός < ενδο- + κυβερνητικός ((μεταφραστικό δάνειο) (αγγλικά) intergovernmental)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενδοκυβερνητικός, -ή, -ό

  • (πολιτική) που αναφέρεται στις σχέσεις που έχουν μεταξύ τους τα μέλη μιας κυβέρνησης ή οι πολιτικοί σχηματισμοί που την στηρίζουν
    Σε νέα σύσκεψη των κυβερνητικών εταίρων εντός των επομένων εικοσιτετραώρων, αν και ακόμα δεν έχει προσδιοριστεί πότε ακριβώς θα γίνει, παραπέμπεται η επίλυση των ενδοκυβερνητικών τριβών. (*)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]