ενδοομιλικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ενδοομιλικός ενδοομιλική ενδοομιλικό
γενική ενδοομιλικού ενδοομιλικής ενδοομιλικού
αιτιατική ενδοομιλικό ενδοομιλική ενδοομιλικό
κλητική ενδοομιλικέ ενδοομιλική ενδοομιλικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ενδοομιλικοί ενδοομιλικές ενδοομιλικά
γενική ενδοομιλικών ενδοομιλικών ενδοομιλικών
αιτιατική ενδοομιλικούς ενδοομιλικές ενδοομιλικά
κλητική ενδοομιλικοί ενδοομιλικές ενδοομιλικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενδοομιλικός < ενδο- + ομιλικός

Επίθετο[επεξεργασία]

ενδοομιλικός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]