ενδοσκοπία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ενδοσκοπία: μαρτυρείται από το 1891 ως ἐνδοσκοπία (ουρήθρας)[1] < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική endoscopie < αρχαία ελληνική ἔνδον > ενδο- + -σκοπία (< σκοπέω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /en.ðo.skoˈpi.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : εν‐δο‐σκο‐πί‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ενδοσκοπία θηλυκό
- (ιατρική) εξέταση με ενδοσκόπιο
- ≈ συνώνυμα: ενδοσκόπηση στην ιατρική σημασία
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη ενδοσκόπηση
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ενδοσκοπία
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ἐνδοσκοπία, σελ.367, Τόμος Α΄ - Στέφανος Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2, Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1900 (Εισαγωγή,@anemi)
Πηγές
[επεξεργασία]- ενδοσκόπηση, ενδοσκοπία - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα ενδο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -σκοπία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)