Μετάβαση στο περιεχόμενο

ενδοσκοπία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ενδοσκοπία οι ενδοσκοπίες
      γενική της ενδοσκοπίας των ενδοσκοπιών
    αιτιατική την ενδοσκοπία τις ενδοσκοπίες
     κλητική ενδοσκοπία ενδοσκοπίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ενδοσκοπία: μαρτυρείται από το 1891 ως ἐνδοσκοπία (ουρήθρας)[1] < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική endoscopie < αρχαία ελληνική ἔνδον > ενδο- + -σκοπία (< σκοπέω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /en.ðo.skoˈpi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ενδοσκοπία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ενδοσκοπία θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ἐνδοσκοπία, σελ.367, Τόμος Α΄ - Στέφανος Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2, Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1900 (Εισαγωγή,@anemi)