ενδοσκόπηση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ενδοσκόπηση | οι | ενδοσκοπήσεις |
| γενική | της | ενδοσκόπησης* | των | ενδοσκοπήσεων |
| αιτιατική | την | ενδοσκόπηση | τις | ενδοσκοπήσεις |
| κλητική | ενδοσκόπηση | ενδοσκοπήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, ενδοσκοπήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ενδοσκόπηση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐνδοσκόπη(σις) + -ση < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική endoscopie > ενδοσκοπη- (ενδοσκοπώ) + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε ενδο- + -σκόπηση. Συγκρίνετε με το ενδοσκοπία.
- για την ψυχολογία: < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική introspection
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /en.ðoˈsko.pi.si/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : εν‐δο‐σκό‐πη‐ση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ενδοσκόπηση θηλυκό
- (ιατρική) η εξέταση των φυσικών κοιλοτήτων του σώματος χάρη σε ένα ειδικό όργανο, το ενδοσκόπιο
- (ψυχολογία) η ανάλυση της συνείδησης, αυτοπαρατήρηση, η εξέταση του εσωτερικού μας κόσμου από τους ίδιους εμάς
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] στην ψυχολογία
Πηγές
[επεξεργασία]- ενδοσκόπηση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ενδοσκόπηση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ση (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα ενδο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -σκόπηση (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Ψυχολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)