ενδόρρηξη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ενδόρρηξη οι ενδορρήξεις
      γενική της ενδόρρηξης των ενδορρήξεων
    αιτιατική την ενδόρρηξη τις ενδορρήξεις
     κλητική ενδόρρηξη ενδορρήξεις
Η λόγια γενική ενικού σε -εως δε συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις.
Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ενδόρρηξη < ενδό- + ρήξη[1] (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική implosion[2])

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /enˈðo.ɾi.ksi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: εν‐δόρ‐ρη‐ξη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ενδόρρηξη θηλυκό

  1. (φυσική) η κατάρρευση υλικού προς τα μέσα, όταν δέχεται πίεση μεγαλύτερη από την αντοχή του
    ※  Έχουν δημιουργηθεί πολλές απορίες σχετικά με το τι ακριβώς συνέβη με αποτέλεσμα το επόμενο διάστημα οι έρευνες να επικεντρωθούν στα αίτια που οδήγησαν στην ενδόρρηξη του υποβρυχίου. (www.tanea.gr, 23.06.2023)
  2. (μεταφορικά) απότομη κατάρρευση προς τα έσω, κλείσιμο / περιορισμός σε στενότερα πλαίσια
    ※  Ας έχουμε κατά νου και το ενδεχόμενο της ενδόρρηξης, μιας κατάρρευσης προς τα έσω, με χαρακτήρες παθητικότητας, παράλυσης, μοιρολατρικής υποταγής και αυτοεγκατάλειψης. (Ν. Γ. Ξυδάκης, «Ενδόρρηξη, ένας ενδεχόμενος μαύρος κύκνος», Η Καθημερινή, 16 Δεκεμβρίου 2012)
    ※  Οι επιστήμονες περιγράφουν αυτό που μας συμβαίνει ως «κοινωνική ενδόρρηξη», η οποία, όπως περιγράφουν οι καθηγητές του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, Σωτήρης Χτούρης και Αναστασία Ζήση, σε έρευνα που παρουσίασαν μετά το πρώτο λοκντάουν, «επέρχεται όταν οι δεσμοί και οι κοινωνικές λειτουργίες του ατόμου αναστρέφουν από τον κοινωνικό περίγυρο και την οικονομική ανταλλαγή και περιορίζονται στο εσωτερικό του νοικοκυριού» και το κοινωνικό υποκείμενο «αναστρέφει από τα ζωντανά του βιώματα στον κοινωνικό κόσμο και αυτοπεριορίζεται με τη θέλησή του ή όχι στις περιορισμένες διαδράσεις του νοικοκυριού, στην κοινωνική μνήμη, στη φαντασία, στον ενδοσκοπικό συναισθηματικό κόσμο, στα ΜΜΕ ή στον εικονικό κόσμο και την επικοινωνία της κοινωνίας της πληροφορίας». (www.efsyn.gr, 15.11.2020)

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. → δείτε ρρ
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)