ενεδρεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενεδρεύω < αρχαία ελληνική : ἐνεδρεύω < ἐν + έδρα

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεδρεύω

  • παρακολουθώ αθέατος άνθρωπο ή ζώο περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να επιτεθώ, στήνω ενέδρα, παραμονεύω κάποιον για να του κάνω κακό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]