ενεδρεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενεδρεύω < αρχαία ελληνική : ἐνεδρεύω < ἐν + έδρα

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ενεδρεύω

  1. παρακολουθώ αθέατος άνθρωπο ή ζώο περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να επιτεθώ,στήνω ενέδρα, παραμονεύω κάποιον για να του κάνω κακό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]