ενεδρεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενεδρεύω < αρχαία ελληνική ἐνεδρεύω< ἐν + έδρα

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ενεδρεύω

  1. παρακολουθώ αθέατος άνθρωπο ή ζώο περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να επιτεθώ,στήνω ενέδρα, παραμονεύω κάποιον για να του κάνω κακό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]