ενεργειακός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ενεργειακός ενεργειακή ενεργειακό
γενική ενεργειακού ενεργειακής ενεργειακού
αιτιατική ενεργειακό ενεργειακή ενεργειακό
κλητική ενεργειακέ ενεργειακή ενεργειακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ενεργειακοί ενεργειακές ενεργειακά
γενική ενεργειακών ενεργειακών ενεργειακών
αιτιατική ενεργειακούς ενεργειακές ενεργειακά
κλητική ενεργειακοί ενεργειακές ενεργειακά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενεργειακός < ενέργει(α) + -ακός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενεργειακός, -ή, -ό

  1. που σχετίζεται με την ενέργεια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]