ενεργητικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ενεργητικό τα ενεργητικά
      γενική του ενεργητικού των ενεργητικών
    αιτιατική το ενεργητικό τα ενεργητικά
     κλητική ενεργητικό ενεργητικά
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενεργητικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ενεργητικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενεργητικό ουδέτερο

  1. η συνολική αξία της περιουσίας και των απαιτήσεων μιας επιχείρησης σε αντίθεση με τις υποχρεώσεις της, το παθητικό
  2. όλες οι αρετές και θετικές ενέργειες κάποιου που του δίνουν αξία στα μάτια των άλλων

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

ενεργητικό