Μετάβαση στο περιεχόμενο

ενεργητικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ενεργητικός η ενεργητική το ενεργητικό
      γενική του ενεργητικού της ενεργητικής του ενεργητικού
    αιτιατική τον ενεργητικό την ενεργητική το ενεργητικό
     κλητική ενεργητικέ ενεργητική ενεργητικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ενεργητικοί οι ενεργητικές τα ενεργητικά
      γενική των ενεργητικών των ενεργητικών των ενεργητικών
    αιτιατική τους ενεργητικούς τις ενεργητικές τα ενεργητικά
     κλητική ενεργητικοί ενεργητικές ενεργητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ενεργητικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐνεργητικός[1][2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.neɾ.ʝi.tiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ενεργητικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

ενεργητικός

  1. που είναι ενεργός και σχετικά δραστήριος
    χρειάζεται παράθεμα
  2. (γραμματική) που δείχνει ότι το υποκείμενο ενεργεί
    χρειάζεται παράθεμα
  3. που παίζει τον ρόλο του άντρα σε ομοφυλόφιλη σχέση
    χρειάζεται παράθεμα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ενεργητικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. ενεργητικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)