ενεργητικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ενεργητικός η ενεργητική το ενεργητικό
      γενική του ενεργητικού της ενεργητικής του ενεργητικού
    αιτιατική τον ενεργητικό την ενεργητική το ενεργητικό
     κλητική ενεργητικέ ενεργητική ενεργητικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ενεργητικοί οι ενεργητικές τα ενεργητικά
      γενική των ενεργητικών των ενεργητικών των ενεργητικών
    αιτιατική τους ενεργητικούς τις ενεργητικές τα ενεργητικά
     κλητική ενεργητικοί ενεργητικές ενεργητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενεργητικός < αρχαία ελληνική ἐνεργητικός

Επίθετο[επεξεργασία]

ενεργητικός

  1. που είναι ενεργός και σχετικά δραστήριος
  2. (γραμματική) που δείχνει ότι το υποκείμενο ενεργεί
  3. (οικείο) (για ομοφυλόφιλη σχέση) που υποτίθεται ότι παίζει το ρόλο του άντρα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]