ενεργητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ενεργητικός ενεργητική ενεργητικό
γενική ενεργητικού ενεργητικής ενεργητικού
αιτιατική ενεργητικό ενεργητική ενεργητικό
κλητική ενεργητικέ ενεργητική ενεργητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ενεργητικοί ενεργητικές ενεργητικά
γενική ενεργητικών ενεργητικών ενεργητικών
αιτιατική ενεργητικούς ενεργητικές ενεργητικά
κλητική ενεργητικοί ενεργητικές ενεργητικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενεργητικός < αρχαία ελληνική ἐνεργητικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενεργητικός

  1. που είναι ενεργός και σχετικά δραστήριος
  2. (γραμματική) που δείχνει ότι το υποκείμενο ενεργεί
  3. (οικείο) (για ομοφυλόφιλη σχέση) που υποτίθεται ότι παίζει το ρόλο του άντρα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]