ενεργοποίησης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]ενεργοποίησης θηλυκό
- γενική ενικού του ενεργοποίηση
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- ενεργοποιήσεως (λόγιο)
ενεργοποίησης θηλυκό