ενεργοποιημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ενεργοποιημένος ενεργοποιημένη ενεργοποιημένο
γενική ενεργοποιημένου ενεργοποιημένης ενεργοποιημένου
αιτιατική ενεργοποιημένο ενεργοποιημένη ενεργοποιημένο
κλητική ενεργοποιημένε ενεργοποιημένη ενεργοποιημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ενεργοποιημένοι ενεργοποιημένες ενεργοποιημένα
γενική ενεργοποιημένων ενεργοποιημένων ενεργοποιημένων
αιτιατική ενεργοποιημένους ενεργοποιημένες ενεργοποιημένα
κλητική ενεργοποιημένοι ενεργοποιημένες ενεργοποιημένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενεργοποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ενεργοποιώ, ενεργοποιούμαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ενεργοποιημένος, -η, -ο

δείτε τη λέξη: ενεργοποιούμαι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]