ενεργός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἐνεργός, ενεργώς, ἐνεργῶς

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ενεργός ενεργός ενεργό
γενική ενεργού ενεργού ενεργού
αιτιατική ενεργό ενεργό ενεργό
κλητική ενεργέ ενεργέ ενεργό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ενεργοί ενεργοί ενεργά
γενική ενεργών ενεργών ενεργών
αιτιατική ενεργούς ενεργούς ενεργά
κλητική ενεργοί ενεργοί ενεργά
πτώση ενικός
ονομαστική ενεργός ενεργή ενεργό
γενική ενεργού ενεργής ενεργού
αιτιατική ενεργό ενεργή ενεργό
κλητική ενεργέ ενεργή ενεργό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ενεργοί ενεργές ενεργά
γενική ενεργών ενεργών ενεργών
αιτιατική ενεργούς ενεργές ενεργά
κλητική ενεργοί ενεργές ενεργά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενεργός < αρχαία ελληνική ἐνεργός < ἐν + ἔργον

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενεργός, -ή / -ός, -ό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

  • ενεργό ηφαίστειο: που έχει καταγραφεί κάποια δραστηριότητά του κατά τη διάρκεια των ιστορικών χρόνων
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: νεκρό / σβησμένο ηφαίστειο
  • (οικονομία) ενεργό κεφάλαιο: κεφάλαιο που έχει επενδυθεί σε παραγωγικές επιχειρήσεις
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: νεκρό / αργό κεφάλαιο
  • (οικονομικά) ενεργός πληθυσμός: που είναι ενταγμένος στην παραγωγική διαδικασία και συμμετέχει στη δημιουργία του ΑΕΠ
    Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, που καταγράφουν ποσοστό ανεργίας 27% για τον Νοέμβριο (30% ανεβάζει το ποσοστό το ΚΕΠΕ για το 2013), η σχέση του οικονομικά ενεργού πληθυσμού με τους μη οικονομικά ενεργούς άρχισε να αντιστρέφεται από τα τέλη του 2010, που ήταν 1 προς 1. (*)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]