ενημερότητα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ενημερότητα ενημερότητες
γενική ενημερότητας ενημεροτήτων
αιτιατική ενημερότητα ενημερότητες
κλητική ενημερότητα ενημερότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενημερότητα < επίθετο ενήμερος + επίθημα -ότητα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενημερότητα θηλυκό

  1. η ιδιότητα (ή κατάσταση) του ενήμερου
    ενημερότητα λογισμικού
    ενημερότητα λεξικού
  2. επίσημο έγγραφο με το οποίο η εκδότρια υπηρεσία πιστοποιεί πώς ένα συγκεκριμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο δεν έχει φορολογικές ή ασφαλιστικές υποχρεώσεις
    φορολογική ενημερότητα
    ασφαλιστική ενημερότητα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]