ενοίκιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ενοίκιο ενοίκια
γενική ενοικίου ενοικίων
αιτιατική ενοίκιο ενοίκια
κλητική ενοίκιο ενοίκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ενοίκιο < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɛ.ˈni.ci.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενοίκιο ουδέτερο και νοίκι

  1. χρηματικό ποσό που πληρώνει κανείς για το δικαίωμα προσωρινής χρήσης ενός χώρου για κατοίκηση, εμπορικούς σκοπούς κλπ.
  2. το να μένει κανείς σε νοικιασμένο σπίτι
    τόσα χρόνια μένω στο νοίκι


32πχ Μεταφράσεις[]