ενοικιαστής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ενοικιαστής < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐνοικιαστής < ἐνοικιάζω + -τής[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.ni.ci.aˈstis/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ε‐νοι‐κι‐α‐στής
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ενοικιαστής αρσενικό (θηλυκό ενοικιάστρια)
- αυτός που ενοικιάζει ένα κτήριο, μια κατοικία κλπ
- ※ Ο διαχωρισμός των πολιτών σε ενοικιαστές γης και ενοικιαστές υποστατικών έγινε γιατί ο νόμος προσπαθούσε να αντιμετωπίσει τη στενότητα στέγης προστατεύοντας τους πολίτες από εκμετάλλευση (Επιθεώρηση Κυπριακού Δικαίου, τόμος 9, 1991, σελ. 5658)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη ενοίκιο
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]- εκμισθωτής
- περίφραση: ιδιοκτήτης που εκμισθώνει
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ενοικιαστής - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -τής (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)