ενοριακός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ενοριακός ενοριακή ενοριακό
γενική ενοριακού ενοριακής ενοριακού
αιτιατική ενοριακό ενοριακή ενοριακό
κλητική ενοριακέ ενοριακή ενοριακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ενοριακοί ενοριακές ενοριακά
γενική ενοριακών ενοριακών ενοριακών
αιτιατική ενοριακούς ενοριακές ενοριακά
κλητική ενοριακοί ενοριακές ενοριακά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενοριακός < μεσαιωνική ελληνική < ενορία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενοριακός, -ή, -ό

  1. σχετικός με μια ενορία
    ενοριακός ναός, ενοριακός ιερέας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]