ενορχηστρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενορχηστρώνω < εν + ορχήστρα + -ώνω

Ρήμα[επεξεργασία]

ενορχηστρώνω

  1. βάζω τις διάφορες φωνές στα διάφορα όργανα μιας ορχήστρας.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]