ενοφθαλμία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ενοφθαλμία οι ενοφθαλμίες
      γενική της ενοφθαλμίας των ενοφθαλμιών
    αιτιατική την ενοφθαλμία τις ενοφθαλμίες
     κλητική ενοφθαλμία ενοφθαλμίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενοφθαλμία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική énophtalmie / énophthalmie < αρχαία ελληνική ἐν + αρχαία ελληνική ὀφθαλμός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενοφθαλμία θηλυκό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]