ενοφθαλμίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενοφθαλμίζω < ελληνιστική κοινή ἐνοφθαλμίζω < ἐν + ὀφθαλμός

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ενοφθαλμίζω (παθητική φωνή: ενοφθαλμίζομαι)

  1. (βοτανική) εφαρμόζω ενοφθαλμισμό σε φυτό
    συνώνυμα: εγκεντρίζω, εμβολιάζω, εμφυλλίζω, κεντρώνω, μπολιάζω, μεταμοσχεύω
  2. (μεταφορικά) εισάγω και χρησιμοποιώ με δημιουργικό τρόπο
    Θα ήταν ωστόσο λάθος να πούμε ότι η Αμοργός του Γκάτσου αναδύεται αποκλειστικά από αυτό το σκηνικό. Στην πραγματικότητα κατάγεται από τη δεκαετία του τριάντα και από τις τότε αναζητήσεις στην Ελλάδα να βρεθεί ένας τρόπος γραφής που να ενοφθαλμίζει στα εντόπια τους ευρωπαϊκούς τρόπους. (*)
  3. (ιατρική) εμβολιάζω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]