ενοχλούμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενοχλούμαι < παθητική φωνή του ενοχλώ < αρχαία ελληνική ἐνοχλοῦμαι

Ρήμα[επεξεργασία]

ενοχλούμαι, π.αόρ.: ενοχλήθηκα, μτχ.π.π.: ενοχλημένος, (βλ. ενοχλώ)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]