ενοχλώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ενοχλώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐνοχλῶ,[1] συνηρημένος τύπος του ἐνοχλέω < ἐν + ὀχλέω < ὄχλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *woǵʰlos < *weǵʰ (φέρω, μεταφέρω)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.noˈxlo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ε‐νο‐χλώ
Ρήμα
[επεξεργασία]ενοχλώ, πρτ.: ενοχλούσα, στ.μέλλ.: θα ενοχλήσω, αόρ.: ενόχλησα, παθ.φωνή: ενοχλούμαι, π.αόρ.: ενοχλήθηκα, μτχ.π.π.: ενοχλημένος
- πειράζω κάποιον και τον στεναχωρώ σε κάποιο βαθμό, τον δυσαρεστώ ή του χαλάω την ησυχία ή την ηρεμία του
- ※ Ο νεοέλληνας, ως καλοπερασάκιας - βολεψιματίας, παμπόνηρος και βάρβαρος, δεν θέλει να ξεβολευφτεί, ούτε για να καπνίσει έξω από κλειστούς χώρους, ούτε για να μην παρκάρει στις θέσεις για Α.Μ.Ε.Α., χωρίς να τον νοιάζει εάν ενοχλεί, βλάπτει, ή δυσκολεύει τους συνανθρώπους του. (Συνεχίζεται το κάπνισμα (στο νοσοκομείο της Ρόδου), 10/3/20211, Protagon.gr )
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε και τη λέξη όχλος
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | ενοχλώ | ενοχλούσα | θα ενοχλώ | να ενοχλώ | ενοχλώντας | |
| β' ενικ. | ενοχλείς | ενοχλούσες | θα ενοχλείς | να ενοχλείς | ||
| γ' ενικ. | ενοχλεί | ενοχλούσε | θα ενοχλεί | να ενοχλεί | ||
| α' πληθ. | ενοχλούμε | ενοχλούσαμε | θα ενοχλούμε | να ενοχλούμε | ||
| β' πληθ. | ενοχλείτε | ενοχλούσατε | θα ενοχλείτε | να ενοχλείτε | ενοχλείτε | |
| γ' πληθ. | ενοχλούν(ε) | ενοχλούσαν(ε) | θα ενοχλούν(ε) | να ενοχλούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | ενόχλησα | θα ενοχλήσω | να ενοχλήσω | ενοχλήσει | ||
| β' ενικ. | ενόχλησες | θα ενοχλήσεις | να ενοχλήσεις | ενόχλησε | ||
| γ' ενικ. | ενόχλησε | θα ενοχλήσει | να ενοχλήσει | |||
| α' πληθ. | ενοχλήσαμε | θα ενοχλήσουμε | να ενοχλήσουμε | |||
| β' πληθ. | ενοχλήσατε | θα ενοχλήσετε | να ενοχλήσετε | ενοχλήστε | ||
| γ' πληθ. | ενόχλησαν ενοχλήσαν(ε) |
θα ενοχλήσουν(ε) | να ενοχλήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω ενοχλήσει | είχα ενοχλήσει | θα έχω ενοχλήσει | να έχω ενοχλήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις ενοχλήσει | είχες ενοχλήσει | θα έχεις ενοχλήσει | να έχεις ενοχλήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει ενοχλήσει | είχε ενοχλήσει | θα έχει ενοχλήσει | να έχει ενοχλήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε ενοχλήσει | είχαμε ενοχλήσει | θα έχουμε ενοχλήσει | να έχουμε ενοχλήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε ενοχλήσει | είχατε ενοχλήσει | θα έχετε ενοχλήσει | να έχετε ενοχλήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν ενοχλήσει | είχαν ενοχλήσει | θα έχουν ενοχλήσει | να έχουν ενοχλήσει |
| |
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | ενοχλούμαι | ενοχλούμουν | θα ενοχλούμαι | να ενοχλούμαι | ενοχλούμενος | |
| β' ενικ. | ενοχλείσαι | ενοχλούσουν | θα ενοχλείσαι | να ενοχλείσαι | ||
| γ' ενικ. | ενοχλείται | ενοχλούνταν | θα ενοχλείται | να ενοχλείται | ||
| α' πληθ. | ενοχλούμαστε | ενοχλούμασταν ενοχλούμαστε |
θα ενοχλούμαστε | να ενοχλούμαστε | ||
| β' πληθ. | ενοχλείστε | ενοχλούσασταν ενοχλούσαστε |
θα ενοχλείστε | να ενοχλείστε | ενοχλείστε | |
| γ' πληθ. | ενοχλούνται | ενοχλούνταν | θα ενοχλούνται | να ενοχλούνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | ενοχλήθηκα | θα ενοχληθώ | να ενοχληθώ | ενοχληθεί | ||
| β' ενικ. | ενοχλήθηκες | θα ενοχληθείς | να ενοχληθείς | ενοχλήσου | ||
| γ' ενικ. | ενοχλήθηκε | θα ενοχληθεί | να ενοχληθεί | |||
| α' πληθ. | ενοχληθήκαμε | θα ενοχληθούμε | να ενοχληθούμε | |||
| β' πληθ. | ενοχληθήκατε | θα ενοχληθείτε | να ενοχληθείτε | ενοχληθείτε | ||
| γ' πληθ. | ενοχλήθηκαν ενοχληθήκαν(ε) |
θα ενοχληθούν(ε) | να ενοχληθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω ενοχληθεί | είχα ενοχληθεί | θα έχω ενοχληθεί | να έχω ενοχληθεί | ενοχλημένος | |
| β' ενικ. | έχεις ενοχληθεί | είχες ενοχληθεί | θα έχεις ενοχληθεί | να έχεις ενοχληθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει ενοχληθεί | είχε ενοχληθεί | θα έχει ενοχληθεί | να έχει ενοχληθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε ενοχληθεί | είχαμε ενοχληθεί | θα έχουμε ενοχληθεί | να έχουμε ενοχληθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε ενοχληθεί | είχατε ενοχληθεί | θα έχετε ενοχληθεί | να έχετε ενοχληθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν ενοχληθεί | είχαν ενοχληθεί | θα έχουν ενοχληθεί | να έχουν ενοχληθεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ενοχλώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα εν- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρώ»
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρούμαι»
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)