ενοχλώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενοχλώ < αρχαία ελληνική ἐνοχλέω / ἐνοχλῶ < ἐν + ὀχλέω < ὄχλος < ινδοευρωπαϊκή *woǵʰlos < *weǵʰ (φέρω, μεταφέρω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.nɔ.ˈxlɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ενοχλώ, παρατ.: ενοχλούσα, στιγμ. μέλλ.: θα ενοχλήσω, αόρ.: ενόχλησα , παθ.φωνή: ενοχλούμαι , μτχ.π.π.: ενοχλημένος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]