ενσίρωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ενσίρωμα τα ενσιρώματα
      γενική του ενσιρώματος των ενσιρωμάτων
    αιτιατική το ενσίρωμα τα ενσιρώματα
     κλητική ενσίρωμα ενσιρώματα
όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενσίρωμα < εν- + σιρός + -μα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενσίρωμα θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]