ενσταλάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.
Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.

Προς μορφοποίηση: sarri.greek (συζήτηση) 18:58, 19 Δεκεμβρίου 2019 (UTC).


Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενσταλάζω < → λείπει η ετυμολογία

Ρήμα[επεξεργασία]

ενσταλάζω

  • {(μτφ.) βαθμιαία και σιγά - σιγά κάνω να αναπτυχθεί κάποιο συναίσθημα στην ψυχή κάποιου άλλου: "του ενστάλαξε στην ψυχή αγάπη και συμπόνια",εμβάλλω σταδιακά σε κάποιον κάποιο συναίσθημα


Μεταφράσεις[επεξεργασία]