ενσταλάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενσταλάζω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ενσταλάζω

  1. {(μτφ.) βαθμιαία και σιγά - σιγά κάνω να αναπτυχθεί κάποιο συναίσθημα στην ψυχή κάποιου άλλου: "του ενστάλαξε στην ψυχή αγάπη και συμπόνια".


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]