ενστερνίζομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενστερνίζομαι < ελληνιστική κοινή ἐνστερνίζομαι < ἐν + αρχαία ελληνική στέρνον ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική embrasser)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ενστερνίζομαι (αποθετικό)

  1. (κυριολεκτικά) αγκαλιάζω
  2. (μεταφορικά) αποδέχομαι με μεγάλη προθυμία και εις βάθος κάτι (άποψη, ιδέα, φιλοσοφία...)
    Αυτή την άποψη ενστερνίζονται και οι Έλληνες τραπεζίτες, οι οποίοι κατέχουν περί τα 50 δισ. ευρώ ελληνικό χρέος (εφημερίδα Ημερησία, 9/10/2011)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]