ενστικτώδης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ενστικτώδης < ένστικτ(ο) + -ώδης
Επίθετο
[επεξεργασία]ενστικτώδης, -ης, -ες
- που γίνεται αυθόρμητα, χωρίς σκέψη, που προκαλείται από ένστικτο
- ※ O ατομοκεντρισμός φανερώνει δέσμευση στον πρωτογονισμό των ενστικτωδών ενορμήσεων, κυρίαρχη την ανάγκη κατασφάλισης (αυτοσυντήρησης – κυριαρχίας – ηδονής) του εγωτικού υποκειμένου, άρα πρωτεύουσα τη χρησιμότητα – ωφελιμότητα. O κοινωνιοκεντρισμός, αντίθετα, δηλώνει δυναμική ελευθερίας από το ένστικτο, προτεραιότητα της αυθυπέρβασης, της μετοχής, της προσφοράς, της αμοιβαιότητας. (εφ. Καθημερινή, 15.08.2016)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ενστικτώδης