ενσυνειδήτως

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενσυνειδήτως < ενσυνείδητ(ος) + -ως

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

ενσυνειδήτως

  1. με συνείδηση, με επίγνωση

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]