ενσωμάτωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ενσωμάτωση ενσωματώσεις
γενική ενσωμάτωσης
& ενσωματώσεως
ενσωματώσεων
αιτιατική ενσωμάτωση ενσωματώσεις
κλητική ενσωμάτωση ενσωματώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενσωμάτωση < ελληνιστική κοινή ἐνσωμάτωσις < ἐνσωματόω / ἐνσωματῶ < αρχαία ελληνική σῶμα (μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική incorporation)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενσωμάτωση θηλυκό

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]