εντατική

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εντατική < από τη φράση "μονάδα εντατικής θεραπείας/νοσηλείας"

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εντατική θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

εντατική

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]