εντατικοποιημένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Μετοχή
[επεξεργασία]εντατικοποιημένος
- μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εντατικοποιώ
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εντατικοποιημένος
εντατικοποιημένος